Ποια ήταν η Λόλα Μοντές για την οποία ο Αλέξανδρος Δουμάς
είπε: «Είναι όμορφη σαν τίγρις!» και ο Θεόφιλος Γκωτιέ: «Έχει ωραίες γάμπες και
μακριά πόδια…..αλλά δεν ξέρει να τα χρησιμοποιεί»; Ήταν χορεύτρια; Κανείς δεν ξέρει τι ήταν. Και
κανείς δεν θα αναφερόταν πια σ΄αυτήν μετά τον θάνατόν της, αν δεν είχε γίνει η
αφορμή να χάσει τον θρόνο του ο λαοφιλής βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος Α΄.Femme Fatale-μια μοιραία γυναίκα!
Η Ντολόρες, Λίζα, Ροζάννα, Μαρία Γκίλμπερτ, γεννήθηκε στο
Λίμερικ της Ιρλανδίας το 1818 και έλεγε
πως ήταν Ισπανίδα, όταν δεν διακήρυσσε πως ήταν νόθα κόρη του Λόρδου Βύρωνα.
Για να λάβει η Λίζα
καλύτερη μόρφωση, η μητέρα της την έστειλε σε συγγενείς στην Αγγλία. Αφού απέδρασε από το
παρθεναγωγείο στο οποίο ήταν εσωτερική, παντρεύτηκε 17 ετών ένα Άγγλο λοχαγό,
που ονομαζόταν Τόμας Τζαίημς, που πήρε μετάθεση την εποχή του γάμου τους σε
κάποιαν από τις φρουρές στις Ινδίες. Οι
ερωτικές της περιπέτειες παραλίγο να
κοστίσουν στον σύζυγό της την καριέρα του. Την εγκαταλείπει και η Ντολόρες
αναχωρεί πλέον μόνη της για την Ευρώπη.Το 1843 ξαναγυρνά στο Λονδίνο ως «Ισπανίδα χορεύτρια» και κάνει τα πρώτα της
καλλιτεχνικά βήματα. Για τις ανάγκες ενός
ρόλου της, η Ντολόρες Τζαίημς, μεταμορφώνεται σε Λόλα Μοντές, το
καλλιτεχνικό όνομα με το οποίο θα γίνει διάσημη σε λίγο καιρό σε όλο τον κόσμο.
Και ενώ γοητεύει όλους τους άνδρες με το τέλειο σώμα της και τα κατάμαυρα
μαλλιά της, που τόνιζαν τα μεγάλα γαλανά της μάτια, ως χορεύτρια δεν αξίζει
σπουδαία πράγματα(είταν αυτό που λέμε «από χορό..κορμάρα»).
Στην Δρέσδη έχει -όπως και οι περισσότερες ωραίες γυναίκες
της εποχής- μια ερωτική περιπέτεια με τον Φραντς Λιστ, τον οποίον ερωτεύεται με
πάθος.
Όταν χωρίζουν το 1844, η Λόλα φεύγει στο Παρίσι…. Εκεί τα πράγματα παρουσιάζονται δύσκολα, γιατί απαιτεί, ούτε λίγο ούτε πολύ να χορέψει στην Όπερα. Το κατορθώνει τελικά χάρη στην μεσολάβηση του Αλέξανδρου Δουμά, του νεότερου, που πέφτει και αυτός θύμα της γοητείας της. Στις 30 Μαρτίου 1844 πραγματοποιεί την πρώτη της εμφάνιση. Ο χορός της(ο χορός της αράχνης=ένα δραματοποιημένο στριπτιζ) κρίνεται σκανδαλώδης, χυδαίος και ανήθικος. Οι θεατές την αποδοκιμάζουν. Αυτή εξαγριωμένη από την συμπεριφορά τους, βγάζει τις ασημένιες καλτσοδέτες της και τις πετάει προκλητικά στον κόσμο που την αποδοκιμάζει. Εξαφανίζεται πίσω από τις κουρτίνες που έπεσαν γρήγορα
Στην διάρκεια της παραμονής της στην γαλλική πρωτεύουσα
γίνεται αιτία να χάσει την ζωή του ο διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας «La
presse», Ντυζαρριέ, μετά από μονομαχία
για τα μάτια της αγαπημένης του…. Αυτός σκοτώνεται και η Λόλα τον κληρονομεί.
Οταν την συναντά ο
Λουδοβίκος , τη ρώτησε αν τα στήθη της
ήταν αληθινά ή ψεύτικακαι η Λόλα πήρε το ψαλίδι και έκοψε το φόρεμά της,
αποκαλύπτοντας τα στήθη.
Εκανε μια «επιστήθια» επίθεση που θα την ζήλευε και η Τζειν
Μανσφιλντ.
Ο Λουδοβίκος γοητεύεται από την χαριτωμένη… απλότητά της.
Την επόμενη μέρα την παρουσιάζει επισήμως στην Αυλή του ως «την καλύτερη φίλη του» και η ωραία Ιρλανδέζα γίνεται ένα είδος Πομπαντούρ. Της αγοράζει
ακριβά κοσμήματα και κομψότατα φορέματα. Δίνει εντολή στον αρχιτέκτονά του να
χτίσει για την αγαπημένη του ένα παλάτι εφάμιλλο μιας βασίλισσας και επιβλέπει ο ίδιος τις εργασίες. Κάθε πρωί
της στέλνει από ένα ποίημα του μαζί με άνθη. Τότε έδωσε και την διαταγή στον
ζωγράφο Στήλερ να ζωγραφίσει το πορτραίτο της που κοσμεί πάντα στην Πινακοθήκη
των Καλλονών. Τίποτε δεν είναι αρκετά ωραίο για την Λόλα και οι Βαυαροί βλέπουν
με κατάπληξη τον βασιλιά τους να μεταμορφώνει σε είδωλο μια ασήμαντη μπαλαρίνα.
Την κατάπληξη την διαδέχεται θυμός, όταν ανακαλύπτουν πόσο τους κοστίζει το
πάθος αυτό του Λουδοβίκου, και οι
εφημερίδες, παρά το φίμωτρο της λογοκρισίας, εξανίστανται. Ο Λουδοβίκος αδιαφορεί, υπερασπίζεται την
Λόλα μέχρι θανάτου, την επισκέπτεται καθημερινώς. Αντικαθιστά τους υπουργούς
που του κάνουν παρατηρήσεις. Οι Βαυαροί ταράζονται. Γι΄ αυτούς η Λόλα είναι
δαίμονας. Επιπλέον της δίνει δύο τίτλους. Δεν είναι πια μια κοινή θνητή, αλλά η
κόμισσα Λάνσφελντ και η βαρώνη Ρόζενταλ, με μηνιαίο εισόδημα 1.700 χρυσά
φιορίνια. Η Λόλα δημιουργεί στο παλάτι της μια παρασκηνιακή Αυλή, όπου δέχεται
ένα πλήθος παρασίτων, αλλά και αρκετούς πολιτικούς….. φιλελεύθερους, που έχουν σκοπό να την εκμεταλλευθούν.
Κυκλοφορεί συνοδεία ενός τεράστιου σκύλου στο’να χέρι ένα μαστίγιο και στ’άλλο
ένα πούρο.Αυτές οι «φιλελεύθερες» συναναστροφές της εξοργίζουν ακόμη
περισσότερο τον κλήρο, τους αστούς και τους αριστοκράτες. Το Υπουργικό
Συμβούλιο αρνείται να της αναγνωρίσει την Βαυαρική Ιθαγένεια. Ο πρίγκιπας
Βαλλενστάιν, υπουργός των Εξωτερικών,
προσπαθεί να δει τον βασιλιά.
Μάταια! Ο Λουδοβίκος περνάει την ζωή του στα πόδια της αγαπημένης του. Οι
καθηγητές και οι φοιτητές του Πανεπιστημίου , εκτός από τους φιλελεύθερους που
ήσαν με το μέρος «της κόμισσας», μια μέρα τριγυρίζουν το μέγαρο της Λόλας. Όταν
την βλέπουν να εμφανίζεται στο μπαλκόνι και να τους βγάζει ειρωνικώς την
γλώσσα, η συγκέντρωση μετατρέπεται σε επανάσταση και η ζωή της κινδυνεύει. Ο
Λουδοβίκος – λαοφιλέστατος μέχρι τότε- αποφάσισε την επόμενη ημέρα να κλείσει
το Πανεπιστήμιο. Τότε η κατάσταση έγινε ανεξέλεγκτη και μια αγριεμένη
ανθρωποθάλασσα απαίτησε, με ταραχές και εμπρησμούς, να ανακληθεί αμέσως το σχετικό διάταγμα και
να παραιτηθεί το «Lolaministerium» (όπως έλεγαν την βασιλική Κυβέρνηση). Ο
διευθυντής της Αστυνομίας βεβαιώνει: -«Αν ο βασιλιάς δεν χωρίσει με αυτήν την
γυναίκα, δεν εγγυώμαι για τίποτε!»
Τον Μάρτιο του 1848
αναγκάζεται σε παραίτηση υπέρ του γιου του Μαξιμιλιανού του Β’ εξαιτίας της
παράνομης ερωτικής του σχέσης με την Λόλα Μοντέζ αλλά και τις καταγγελίες εις
βάρος του για τη χορήγηση από το βαυαρικό κρατικό ταμείο, χωρίς την έγκριση της
βουλής, της τρίτης δόσης του δανείου ύψους 20.000.000 φράγκων προς ενίσχυση των
οικονομικών της Ελλάδας που οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν υποχρεωμένες να δώσουν και
είχαν αρνηθεί.
Η Λόλα εν τω μεταξύ είχε πάει στο Λονδίνο παίρνοντας μαζί της και όλα τα πανάκριβα κοσμήματα που ο
βασιλιάς της είχε δωρίσει. Πρωταγωνιστεί σε ένα δράμα: «Λόλα Μοντές, η κόμισσα
για μια ώρα» που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Μετά από έναν ατυχή γάμο με έναν
πλούσιο ανθυπολοχαγό, δέκα χρόνια νεότερό της, η Λόλα αφού έχει χηρέψει, φεύγει
για τον Νέο Κόσμο και γνωρίζει τεράστια επιτυχία και πολλούς ακόμα άντρες…. Μια
μέρα ένας άγνωστος άνδρας χτυπά την πόρτα στο καμαρίνι της στο Μπρόντγουαιη.
Από την στιγμή που ο «καταπληκτικός» εκείνος ιμπρεσάριος την
παρέλαβε, η Λόλα δεν ήταν παρά ένα παιχνίδι στα χέρια του. Η μοίρα την
εκδικήθηκε με το πιο φρικτό τρόπο. Με κορώνα από χαρτόνι, ντυμένη με ψεύτικα
μποκάρ, η πρώην ευνοούμενη ενός μονάρχη, εκτίθεται στην περιέργεια του κοινού.
Πληρώνουν εισιτήριο και έχουντη Λόλα που
τους περιμένει σ΄ένα κλουβί, έχοντας το δικαίωμα να της κάνουν οποιαδήποτε
ερώτηση, ακόμη και την πιο τολμηρή:
– Πότε χορέψατε γυμνή; πόσους εραστές είχατε; Τι σας έλεγε ο
βασιλιάς της Βαυαρίας;
Από πόλη σε πόλη τα πράγματα χειροτερεύουν, ώσπου μια μέρα,
την ξαναβρίσκουμε στην Αγγλία αγνώριστη!
Αδυνατισμένη, ντυμένη στα μαύρα κηρύσσει την μετάνοια των αμαρτωλών.
-«Τώρα που είμαι μόνη στον κόσμο, άρρωστη, εγκαταλελειμμένη από όλους, ο Ιησούς ήρθε να χτυπήσει την πόρτα μου …. Ας είναι ευλογημένο το όνομά Του!»
Ξαναγυρνά στις ΗΠΑ κάνει σόου αλλά μετά αφοσιώθηκε στις αγαθοεργίες και ταξίδεψε στις Η.Π.Α, δίνοντας ομιλίες για τον καλλωπισμό των γυναικών, τη σωστή συμπεριφορά και την απελευθέρωσή τους....






