Παρασκευή 17 Ιουνίου 2022

μια γενίκευση με πολλά"εισαγωγικά"

   



                          ΜΙΑ ΓΕΝΙΚΕΥΣΗ  ΜΕ ΠΟΛΛΑ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

 

 Ολοι έχουμε μια  «ταυτότητα» που μας επιτρέπει να προσανατολιζόμαστε και να επιβιώνουμε κοινωνικά.

Η ταύτιση της πολιτικής ιδεολογίας με τις εκάστοτε ανάγκες της προσωπικής ταυτότητας προσδίδει στις διαμάχες μεταξύ «φορέων» των διαφόρων ιδεολογιών οξύτητα ασυμβίβαστη με μιαν «διαφορισμένη» θεώρηση του Αλλου· γιατί στον βαθμό όπου έχει κάποιο δίκιο ο ένας, παύει να έχει κάποιο δίκιο ο Αλλος, ήτοι μειώνεται το δικαίωμα υπάρξεως του ως φορέα αυτής της ιδεολογίας.

 Έτσι, η ψυχική οικονομία επιβάλλει τις γρήγορες κατατάξεις και τις συνοπτικές κρίσεις, έστω και αν στον Αλλον αποδίδονται τα ζοφερότερα κίνητρα και οι ελεεινότερες προθέσεις.

Αν παρ’ελπίδα είσαι «ξεκρέμαστος» η κατάσταση σου είναι πιο δύσκολη ,αμήχανη και πολλές φορές «ανυπόφορη».

 

Είναι δύσκολο να αποδεχτείς ότι εκείνος που εσύ θεωρείς αντίπαλο ή εχθρό σου, (εκείνος που ίσως είναι διώκτης σου), μπορεί να έχει εξ ίσου καθαρή συνείδηση και εξ ίσου αγνά κίνητρα όσο και εσύ, να διαπνέεται από την ίδια ακλόνητη πεποίθηση για το δίκαιο του.

Ο Μπρεχτ στα έργα του, που άσκησαν τόση γοητεία  ξεχωρίζει « με το μαχαίρι»  (μανιχαιστικά θα λέγαμε)το άσπρο από το μαύρο. Εδώ ο εχθρός, δηλαδή ο «κακός», όχι μόνον είναι εξ αντικειμένου κακός, αλλά και το ξέρει επί πλέον ο ίδιος, και μάλιστα το απολαμβάνει· εννοείται, απέναντι σ’ ένα τέτοιο υποκείμενο είναι περιττό να έχουμε οιουσδήποτε διανοητικούς ή ψυχικούς ενδοιασμούς.

Εμείς είμαστε οι «καλοί» και εκείνος ο « κακός».

Μερικές  φορές σε κάποια συζήτηση είναι «μάταιο» και ίσως και «περιττό» να  υπερασπίζεσαι «δυσάρεστες»  απόψεις περισσότερο απ’ ό,τι το επιτρέπει η ψυχική αντοχή ή η αντιληπτικότητα του συνομιλητή μας.

 Όπως και να ‘χει, οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν περίπου αφύσικο να πρεσβεύουν οι άλλοι αντίθετες αντιλήψεις.

 

Το θλιβερό είναι ότι οι πολιτικές αντιπαραθέσεις ενταφιάζουν το χιούμορ αλλά και αυτό πάει σε δεύτερη μοίρα όταν καταλάβουμε ότι είναι ανάγκη κάποιος νάχει μια «ταυτότητα» και να την υπερασπίζεται και να την περιφρουρεί με κάθε μέσον.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες η ιδεολογική πλάνη είναι φυσική κατάσταση και δεν έχει σημασία αν η «πλάνη» έχει κάποιο πρόσημο στον άξονα δεξιά -αριστερά.

Ολοι έχουμε δικαιώματα στην ψευδαίσθηση(Οτι  κατέχουμε την απόλυτη αλήθεια)αφού δεν έχουμε το θάρρος να κλονίσουμε την συμπαγή «ταυτοτητά» μας.                                

Τρίτη 14 Ιουνίου 2022

Τα κουρούπια και το Κορωπί

 


                                                           Τα κουρούπια

Κατόπιν μεταμεσονύχτιας  λεξιθηρίας  σε συζήτηση με φίλο ,μας  προέκυψε η λέξη «κουρούπια» και η προέλευσή της.

Αντιγράφω  λοιπόν από το βικιλεξικό:

 

κουρούπι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουρούπι < *κορύπη < αρχαία ελληνική κόρυμβος < κόρυς

(Έχει προταθεί και η ετυμολόγηση από το (συριακό-αραμαϊκό)  geroba)

 Ουσιαστικό

κουρούπι ουδέτερο (& (ιδιωματικό) κρούπι)

Ερμηνεία:

πήλινο αγγείο

σπασμένο αγγείο με απομεινάρια από τα τοιχώματα

οι κότες πίνουν νερό από το κουρούπι

(σκωπτικό, παρωχημένο) το κεφάλι, η κεφάλα.

Αλλά  υπάρχει και μια ωραία ιστορία που πλάθει συνήθως η λαική μούσα που αφορά την ονοματοδοσία του χωριού ΚΩΡΟΠΙ που την παραθέτω όπως ακριβώς την αλίευσα:

Από τους μεγαλύτερους δήμους στην αρχαία Αθήνα, παλιά λεγόταν Σφηττός ενώ σήμερα έχει επεκταθεί και

περιλαμβάνει και τον όμορο αρχαίο δήμο των Λαμπτρών. Για την ακρίβεια τις Καθύπερθεν και Υπένερθεν Λαμπτραί.

(Όποιος ρώτησε τι σημαίνει καθύπερθεν και υπένερθεν να γράψει 100 φορές στον πίνακα «Δεν θα ξανακάνω κοπάνα στο

μάθημα της Παιανίας».)

Κατά την τουρκοκρατία η περιοχή ονομάστηκε Κουρσαλάς. Κι έπειτα ήρθε ένας αγγειοπλάστης, ο Μπάρμπανος Δάβος, που έφτιαχνε κουρούπια (κουρούπι = πήλινο

αγγείο, Κουρουπής = αγγειοπλάστης), τύχαινε όμως να έχει και κεφάλι κουρούπα, μιλάμε  για φουλ φωσφοριζέ γλόμπος ο μάστορας.

 Κι έγινε γραφτό αυτός τύπος, ο Μπάρμπανος Δάβος, ο Κουρουπής με την κουρούπα, ΚΑΙ γλόμπος ΚΑΙ αγγειοπλάστης, να δώσει το παρατσούκλι του στο χωριό του.

 

 

Πάμε στον Κουρουπή —> Κοροπή —> Κορωπί.

Από που κι ως πού όμως ονομάστηκε Δήμος Κρωπίας;

Κατά το 1840 στη συνέλευση της περιοχής για να δηλωθούν τα ονόματα των δήμων της νεότερης Ελλάδας, στο τραπέζι έπεσαν πολλά ονόματα:

 

«Να τον βγάλουμε Σφηττό», πρότεινε κάποιος.

«Και γιατί να τον βγάλουμε Σφηττό και να μην τον πούμε Λαμπτρές», απάντησε ο δεύτερος.

«Σιγά να μην τον βγάλουμε Λαμπτρές, να στραμπουλάμε τη γλώσσα μας», είπε, και με το δίκιο του, ένας τρίτος.

«Και πώς να τον βγάλουμε τότενες;»

«Να τον βγάλουμε Κουρσαλά!»

«Και γιατί να τον βγάλουμε Κουρσαλά και να μην τον πούμε Κοροπή;»

«Την κολοκυθιά θα παίξουμε;»

Οι προύχοντες ήταν έτοιμοι να πιαστούν στα χέρια, όταν ένας πλούσιος χωρικός, ολίγον μεγαλοπιασμένος, ελαφρώς φαντασμένος, αρκετά διαβασμένος και πολύ βασιλόφρων, πέταξε την ιδέα:

 

«Μα τι μπαναλ πράγματα είν' τούτα. Ο δήμος μας αξίζει ένα βασιλικό όνομα».

«Ε, τότε να τον πούμε Οθωνία!»

«Και γιατί να τον πούμε Οθωνία και να μην τον πούμε Αμαλιάδα, για να τιμήσουμε την βασίλισσα…» άρχισαν πάλι την κολοκυθιά.

 

«Μας προλάβαν άλλοι, δεν παίζει».

Κι εκεί πάνω που πήγαν να πέσουν πιστολιές, έπεσε η ιδέα από τον ίδιο τον χωρικό:

«Θα τον πούμε Δήμος Κεκροπίας, στη μνήμη του Κέκροπα, του πρώτου βασιλιά της Αθήνας! Ταιριάζει στα γράμματα και με το Κορωπί».

Ζητωκραυγές, μπράβο, εύγε, αυτό είναι όνομα! Λεβέντικο! Και βασιλικό και αρχαιοπρεπές και αρχοντικό! Έκλεισε με συνοπτικές διαδικασίες ο «Δήμος Κεκροπίας».