Ας φανταστούμε μια κορδέλα (ταινία) έγχρωμη « φασματική», κόκκινη από αριστερά
και μπλε δεξιά- έως μαύρο και ενδιάμεσα
χρώματα που δείχνει την κομματική
ένταξη όπως προκύπτει από αυτοπροσδιορισμό Αριστερά-Δεξιά.
(Το παρακάτω διάγραμμα δείχνει την κομματική ένταξη στην
Ελλάδα).
Καθένας μπορεί να
τοποθετήσει τον εαυτό του σε οποιοδήποτε χρώμα.Η ταινία αυτή έχει τέσσερα ας πούμε «επίπεδα»
(αγγλιστί Layers).
Το Πολιτικό,το Κοινωνικό,το Ιστορικό,το Ατομικό.
1) Το
Πολιτικό είναι τα κόμματα όπως αυτά προσδιορίζονται Αριστερά-Δεξιά.
Ας πούμε Δεξιά είναι η ΝΔ και η
υπόλοιπη Πολυκατοικία,Κεντρα είναι ας πούμε το Πασοκινάλ,Αριστερα ,ΚΚΕ
,Συριζα,Βαρουφάκης και λοιπα κομματα και κομματίδια.
2) Κοινωνικά,
Δεξιά είναι η διαχείριση της εξουσίας, Αριστερά είναι η διαμαρτυρία.
3) Ιστορικά
είναι η θέση μας στις μεγάλες στιγμές της Ιστορίας μας .Πόλεμοι, Αντίσταση,
Δικτατορία ,Εμφύλιοι.
Σ'αυτά συνήθως οι Δεξιοί κάθονται σπίτι τους (η
πλειονότητα) και στη χειρότερη συνεργάζονται με τον « κατακτητή».Οι Αριστεροί
αγωνίζονται (τελοσπάντων κάποιοι από τους Αριστερούς).
4) Ατομικά
τώρα αυτοπροσδιορίζεσαι, αλλά πάντως οι
έννοιες που έχουν παγιωθεί είναι ότι ο Αριστερός είναι ο Προοδευτικός,
παραγωγικός ,δημιουργικός και Ηθικός. Δεξιός είναι ο Συντηρητικός,τεμπέλης
,στείρος και παράσιτο.
Πολλοί λένε ότι η Αριστερά είναι προοδευτική επειδή «βλέπει»
την πρόοδο με τα γυαλιά της Ηθικής από
την μεριά των Αδυνάτων (Σαρτρ) χωρίς βέβαια τα όρια Αδυνάτων-Δυνατών να είναι
σαφή (θυμηθείτε τους μη προνομιούχους!)
Εναν πιο πρόσφατο ορισμό της Αριστεράς έδωσε ο Ν. Μπόμπιο.
Στο βιβλίο του «Δεξιά και Αριστερά» ο Ιταλός φιλόσοφος και σοσιαλιστής διαχώρισε (όχι όμως απόλυτα) τις δύο
ιδεολογίες ή ιστορικές τάσεις με βάση το δίπολο ελευθερία - ισότητα. Η Δεξιά
δίνει περισσότερη έμφαση στην ελευθερία, η Αριστερά στην ισότητα, και υπάρχει
στο πολιτικό φάσμα μια κλίμακα με διαφορετικούς βαθμούς έμφασης στη μία ή την
άλλη αξία.
Σήμερα είναι της μόδας, μια ενισχυμένη, βολονταριστική,
μεταμοντέρνα εκδοχή της Προοδευτικότητας.
Ο καθένας μπορεί να επιλέξει σε ποια πολιτισμική κοινότητα
θα ανήκει και με ποιους όρους, πόσα και ποια συστατικά από διαφορετικές
κουλτούρες θα βάλει στο μίξερ της ταυτότητάς του, ποια ιστορική «αφήγηση» θα
δεχτεί ως αληθινή, ακόμη και ποιο φύλο θα έχει ή αν θα έχει φύλο. Προοδευτική
δράση είναι εδώ η κινητοποίηση για τη θεσμική αναγνώριση τέτοιων επιλογών
(επιθυμιών) ως δικαιωμάτων και οι Αριστεροί γίνονται Διακαιωματιστές.
Σε ατομικό επίπεδο νομίζω ότι ισχύει το Τσαρούχειον «στην
Ελλάδα είσαι ότι δηλώσεις».
Αριστερός είναι ο Κουτσούμπας αλλά και ο Βαρουφάκης ,ο
Κατρούγκαλος ισως -ισως και η Κουντουρά.Δεξιός είναι ο Αδωνις ,ο Μπογδάνος αλλά
και ο Μάνος Χατζιδάκις(!).
Μοιάζει σαν η «φασματική ταινία» να είναι μια ταινία
Μέμπιους όπου όλα τα σημεία μπορούν εύκολα να’ρθουν κοντά όσο μακρυά κι αν είναι, μ’ άλλα λόγια ακόμη και
η « Παρθένα με το Σατανά» (βλέπε και ΕΔΩ)
Οσο για το Ηθικό Πλεονέκτημα (βλέπε καιΕΔΩ) έχω γνωρίσει (και εσείς πιστεύω) στη ζωή μου πολλούς δεξιούς που είσαν Κύριοι και πολλά Αριστερά καθίκια αλλά και Αριστερούς
Κυρίους και Δεξιούς Παλιανθρώπους.
Δεν φτάνει να «δηλώσεις» σήμερα ότι είσαι Αριστερός η Δεξιός
αλλά πάντα χρειάζεται ένα επίθετο όπως Φιλελεύθερος η Μεταρυθμιστής η
Ρεμπουμπλικάνος, η πάλι μπορείς να δηλώνεις αντιφατικά πράγματα όπως ο Γιούγκερ (δεξιός)
που είπε ότι είναι κεντροαριστερός η να λες ότι είσαι Αριστερός «εν συγχύσει» η
ότι ανήκεις στην Μελαγχολική Αριστερά
και πάει λέγοντας.
Και τώρα που τα διαβάσατε όλα αυτά (αν τα διαβάσατε) ΣΒΗΣΤΕ ΤΑ ΟΛΑ και ΠΑΡΑΚΑΛΩ διαβάστε πως
απαντάει την ερώτηση «είσθε δεξιός η αριστερός » ο Στοχαστής Π.Κονδύλης:
«Είστε αριστερός ή δεξιός;»
Το επόμενο από απόσπασμα είναι από μια συνέντευξη του Παναγιώτη Κονδύλη στον Σπύρο Τσακνιά με τίτλο «Εκπλήσσομαι αν κάποιος συμφωνεί μαζί μου· δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΔΙΑΒΑΖΩ», τ.384, Απρίλιος 1998.
Ερώτηση: Και μια τελευταία ερώτηση: κ. Κονδύλη, είστε αριστερός ή δεξιός;
Όταν ανατέμνω τις ιδεολογικές ψευδαισθήσεις των «δεξιών», πλείστοι όσοι με θεωρούν «αριστερό»· όταν υποβάλλω σε βάσανο τις αντίστοιχες αυταπάτες των «αριστερών», πλείστοι όσοι με χαρακτηρίζουν «δεξιό». Η δική μου τοποθέτηση παραμένει, βέβαια, αμετάβλητη και στις δύο περιπτώσεις. Γιατί και στις δύο χρησιμοποιώ τα ίδια αναλυτικά εργαλεία, και στις δύο πρόθεση μου δεν είναι να προσφέρω πολεμικά επιχειρήματα στη μια πλευρά εναντίον της άλλης, αλλά να δω τα πράγματα σε μιαν ευρύτερη και υπέρτερη προοπτική – και μιά τέτοια προοπτική είναι, ως γνωστόν, άχρηστη σε όσους μάχονται για την παράταξη τους, μαχόμενοι ταυτόχρονα (ιδιοτελώς ή ανιδιοτελώς, αυτό δεν ενδιαφέρει εδώ) για τον εαυτό τους, ήτοι για την ταυτότητα που τους επιτρέπει να προσανατολίζονται και να επιβιώνουν κοινωνικά. Ακριβώς η συνύφανση της πολιτικής ιδεολογίας με τις εκάστοτε ανάγκες της προσωπικής ταυτότητας προσδίδει στις διαμάχες μεταξύ φορέων των διαφόρων ιδεολογιών οξύτητα ασυμβίβαστη με μιαν διαφορισμένη θεώρηση του άλλου· γιατί στον βαθμό όπου έχει κάποιο δίκιο ο ένας, παύει να έχει κάποιο δίκιο ο άλλος, ήτοι μειώνεται το δικαίωμα υπάρξεως του ως φορέα αυτής της ιδεολογίας. Έτσι, η ψυχική οικονομία επιβάλλει τις γρήγορες κατατάξεις και τις συνοπτικές κρίσεις, έστω και αν στον άλλον αποδίδονται τα ζοφερότερα κίνητρα και οι ελεεινότερες προθέσεις.
Μια από τις κρίσιμες ανακαλύψεις στην πνευματική μου ζωή, την οποία έκαμα –ευτυχώς όχι πολύ αργά– όταν ακόμα αισθανόμουν και ο ίδιος στρατευμένος, είναι ότι ο απέναντι σου, εκείνον που εσύ θεωρείς αντίπαλο ή εχθρό σου, εκείνος που ίσως είναι διώκτης σου, μπορεί να έχει εξ ίσου καθαρή συνείδηση και εξ ίσου αγνά κίνητρα όσο και εσύ, να διαπνέεται από την ίδια ακλόνητη πεποίθηση για το δίκαιο του. Τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως παρουσιάζονται στα διδακτικά-προπαγανδιστικά έργα του Brecht, που άσκησαν τόση γοητεία ακριβώς επειδή ξεχωρίζουν με το μαχαίρι το άσπρο από το μαύρο. Εδώ ο εχθρός, δηλαδή ο «κακός», όχι μόνον είναι εξ αντικειμένου κακός, αλλά και το ξέρει επί πλέον ο ίδιος, και μάλιστα το απολαμβάνει· εννοείται, απέναντι σ’ ένα τέτοιο υποκείμενο είναι περιττό να έχουμε οιουσδήποτε διανοητικούς ή ψυχικούς ενδοιασμούς. Μπορώ να πω, όχι δίχως κάποιαν υπερηφάνεια, ότι αφ’ ότου κατανόησα ίσαμε τις έσχατες συνέπειες της τη διάκριση ανάμεσα σε ηθικό ποιόν και σε πολιτικοϊδεολογικές προτιμήσεις, ποτέ δεν αντιπάθησα κάποιον επειδή διαφωνούσε μαζί μου σε πολιτικά ζητήματα ούτε και συμπάθησα κάποιον άλλον μόνο και μόνο επειδή έτυχε να συμφωνεί. Προσωπικά δυσβάστακτη μου είναι μόνον η έλλειψη χιούμορ – και χιούμορ δεν σημαίνει την ικανότητα να γελάς εις βάρος των άλλων, αλλά την ικανότητα να γελάς μαζί με τους άλλους εις βάρος του εαυτού σου, την ικανότητα να σχετικεύεις τον εαυτό σου. Ωστόσο, ακόμα και η παντελής έλλειψη χιούμορ φαίνεται κατανοητή και συγχωρητέα, αν σκεφθούμε πόσο βαθειά είναι η ανάγκη να έχει κανείς μια ταυτότητα και πόσο άτεγκτη είναι η λογική της περιφρούρησής της. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ιδεολογική πλάνη συνιστά τη φυσική κατάσταση, και είναι δευτερεύον, συχνά τυχαίο μάλιστα, αν η πλάνη θα έχει «δεξιά» ή «αριστερά» πρόσημα. Όλοι έχουν ίσα δικαιώματα στην ψευδαίσθηση, αφού δεν έχουν όλοι την ίδια ικανότητα ή το ίδιο θάρρος για γνώση. Μερικές φορές στενοχωρούμαι εκ των υστέρων γιατί σε κάποια συζήτηση επέμεινα στην υπεράσπιση «δυσάρεστων» διαγνώσεων ή απόψεων περισσότερο απ’ ό,τι το επέτρεπε η ψυχική αντοχή ή η αντιληπτικότητα του συνομιλητή μου. Θα ήταν ασφαλώς πολύ δύσκολο να του εξηγήσω ότι στην επιμονή αυτή δεν με οδηγεί η ισχυρογνωμοσύνη κι η διάθεση να τον «αλλάξω», αλλά μάλλον η απρόσωπη αγάπη μου για τη συνοχή και την πληρότητα μιας επιχειρηματολογίας. Όπως και να ‘χει, οι πλείστοι άνθρωποι θεωρούν περίπου αφύσικο να πρεσβεύουν οι άλλοι αντίθετες αντιλήψεις. Απεναντίας, εγώ εκπλήσσομαι αν κάποιος συμφωνεί μαζί μου.
Δεν εμερολήπτησα, πιστεύω, κατά την ανάλυση «δεξιών» και «αριστερών» ιδεολογικών πλανών. Δεν περιορίσθηκα στην ανατομία της κομμουνιστικής εσχατολογίας, αλλά προχώρησα σε μιαν επισταμένη εξέταση των ιδεολογημάτων του κλασσικού και του νεώτερου συντηρητισμού (στη μονογραφία μου Συντηρητισμός, ενώ στις πολιτικοστρατηγικές αναλύσεις μου μετά τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου κεντρική θέση επέχει η κριτική του οικονομιστικού και οικουμενιστικού «νεοφιλελευθερισμού». Γενικότερα, διατύπωσα αιτιολογημένα την πεποίθηση ότι η τριχοτόμηση του πολιτικού φάσματος σε «συντηρητισμό», «φιλελευθερισμό» και «κοινωνική δημοκρατία (σοσιαλισμό)» απετέλεσε ειδοποιό συμπαρακολούθημα των ευρωπαϊκών Νέων Χρονών και χάνει τη σημασία της στον βαθμό όπου οι τελευταίοι διαλύονται μέσα στην μαζικοδημοκρατική πλανητική εποχή. Γιατί το πρόβλημα της κατανομής δεν τίθεται πλέον μεταξύ συγκροτημένων κοινωνικών τάξεων στο πλαίσιο χωριστών εθνών και άφθονων ακόμα φυσικών πόρων αλλά τίθεται μετά την απορρόφηση των κλασσικών κοινωνικών τάξεων από τη μαζικοδημοκρατική χοάνη και στο πλαίσιο ενός πλανήτη, όπου η δημογραφική και η οικολογική επιβάρυνση καθίσταται βαθμιαία αφόρητη. Τα γυμνά βιολογικά μεγέθη υποκαθιστούν σιγά-σιγά τα παραδοσιακά πολιτικά, με την εκάστοτε ιδεολογική συσκευασία τους. Καμιά «δεξιά» και καμιά «αριστερή» σοφία δεν θα βοηθούσε αν οχτώ ή δέκα δισεκατομμύρια άνθρωποι επιδιώκουν μανιωδώς να καταναλώσουν τόσες πρώτες ύλες τόση ενέργεια και τόσα αγαθά όσα οι Βορειοαμερικανοί και οι Ευρωπαίοι. Η πολιτική γίνεται βιολογική καθώς μετατρέπεται απλώς σε κατανομή αγαθών (αγαθών επίσης οικολογικών) πάνω σ’ έναν στενότατο πλέον πλανήτη. Όπως βλέπουμε, η αναγκαστική αποκοπή από τις πολιτικές ιδεολογίες των ευρωπαϊκών Νέων χρόνων δεν θα σημάνει το τέλος των αγώνων μεταξύ των ανθρώπων παρά θα σημάνει απλώς αγώνες χωρίς τέτοιες ιδεολογίες – στη χειρότερη περίπτωση θα σημάνει επιστροφή στις γυμνές υπαρξιακές αντιπαραθέσεις που δεν χρειάζονται καν ιδεολογικούς εξωραϊσμούς και ιδεολογικά περιτυλίγματα. Η υποκατάσταση των γνωστών μας πολιτικών ιδεολογιών με τα βιολογικά κριτήρια και μεγέθη δεν θα συνιστούσε, στη χειρότερη αυτή περίπτωση, μιαν ευπρόσδεκτη απελευθέρωση της ανθρώπινης ιστορίας από το περιττό φορτίο αρχέγονων ψευδαισθήσεων, αλλά το αντίθετο: θα σηματοδοτούσε μια κατάσταση τόσο βεβαρημένη, ώστε να μη μπορεί να σηκώσει επιπρόσθετα ούτε καν το μικρό βάρος μιας ιδεολογικής σαπουνόφουσκας.













